ἔμβρυος

ἔμβρῠος, ον, ([etym.] βρύω)
A growing in, βρέφος ἔ., = ἔμβρυον, Ps.-Phoc. 184.
II ([etym.] βρύον) grown with sea-weed, Nonn.D.41.29.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • έμβρυος — (I) ον βλ. έμβρυο. (II) ἔμβρυος, ον (Α) σκεπασμένος με θαλασσινά βρύα …   Dictionary of Greek

  • έμβρυο — Κάθε ζωικός οργανισμός στα στάδια ανάπτυξής του από το ζυγωτό (γονιμοποιημένο ωάριο) έως την απελευθέρωσή του στο περιβάλλον (μέσω εκκόλαψης ή τοκετού). Ειδικότερα έ. ονομάζεται ο οργανισμός έως το στάδιο της ολοκλήρωσης της ιστογένεσης, η οποία… …   Dictionary of Greek

  • ἔμβρυον — young one neut nom/voc/acc sg ἔμβρυος growing in masc/fem acc sg ἔμβρυος growing in neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐμβρύοις — ἔμβρυον young one neut dat pl ἔμβρυος growing in masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐμβρύοισιν — ἔμβρυον young one neut dat pl (epic ionic aeolic) ἔμβρυος growing in masc/fem/neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐμβρύου — ἔμβρυον young one neut gen sg ἔμβρυος growing in masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐμβρύων — ἔμβρυον young one neut gen pl ἔμβρυος growing in masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐμβρύῳ — ἔμβρυον young one neut dat sg ἔμβρυος growing in masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔμβρυα — ἔμβρυον young one neut nom/voc/acc pl ἔμβρυος growing in neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.